Ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στη σχέση ποδοσφαίρου και πολιτικής αποτελεί η αντιμετώπιση του ποδοσφαίρου εκ μέρους των δικτατορικών, φασιστικών καθεστώτων, σε παγκόσμια κλίμακα. Τα γήπεδα είναι ίσως ο μόνος χώρος που τα καθεστώτα αυτά δεν μπορούν να αποτρέψουν τη μαζική συνύπαρξη πολιτών. Σε συνδυασμό με την επιρροή και το πάθος που γεννά, το ποδόσφαιρο αποτέλεσε πρωταρχικά κίνδυνο. Τον κίνδυνο αυτόν, τον μετέτρεψαν τα καθεστώτα αυτά σε όπλο, αξιοποιώντας το ποδόσφαιρο τόσο για την καλλιέργεια κλίματος «κοινωνικής ευφορίας» και «εθνικών θριάμβων» όσο και για την εκτόνωση και τον αποπροσανατολισμό της κοινωνίας.
Πρωτοπόροι αναδείχθηκαν τα φασιστικά καθεστώτα των χωρών της Λατινικής Αμερικής με δεδομένη και την ιδιαίτερη σχέση των κατοίκων τους με τη «στρογγυλή θεά». Στη Βραζιλία, στο Μεξικό, στην Αργεντινή, στην Ουρουγουάη και στις άλλες χώρες διατέθηκαν μεγάλα ποσά, κατασκευάστηκαν φαραωνικά γήπεδα, το ποδόσφαιρο συνδέθηκε με κάθε κοινωνική δραστηριότητα, ενώ αξιοποιήθηκαν στο έπακρο τα ραγδαίως εξελισσόμενα ΜΜΕ. Οι παίκτες επιβλήθηκαν ως «ήρωες» της πατρίδας, οι Εθνικές ομάδες αναδείχθηκαν σε «περηφάνια του Έθνους» υποσκελίζοντας τους συλλόγους, που έρχονταν σε δεύτερη μοίρα και αξιοποιούνταν κυρίως για την εκτόνωση των αντιθέσεων. Συνέφερε τα καθεστώτα αυτά οι εξαθλιωμένοι «καριόκας» από τις φαβέλες του Ρίο να σφάζονται στο Φλαμένγκο-Φλουμινένσε και οι άνεργοι του Μπουένος Άιρες στο Μπόκα-Ρίβερ.
Γνωρίζουμε, λόγω κυρίως του αγώνα με τον Ολυμπιακό, πως ο Πελέ αγωνιζόταν στη Σάντος κι ο Μαραντόνα στην Μπόκα. Ας αναρωτηθούμε πόσοι γνωρίζουν σε ποια ομάδα της Βραζιλίας αγωνίζονταν ο Γκαρίντσα, ο Ριβελίνο, ο Τοστάο, ο Ζαϊρζίνιο, ο Κάρλος Αλμπέρτο και αργότερα ο Ζίκο, ο Φαλκάο, ο Ρομάριο, ο Μπεμπέτο, ο Ρονάλντο, ο Ριβάλντο, ο Ροναλντίνιο. Πόσοι γνωρίζουν σε ποια ομάδα της Αργεντινής αγωνίζονταν ο Φιλιόλ, ο Πασαρέλα, ο Ταρντίνι, ο Αρντίλες, ο Λούκε, ο Κέμπες και αργότερα ο Μπουρουσάγκα, ο Μπράουν, ο Βαλντάνο, ο Ρουτζέρι; Έγιναν γνωστοί στην Ευρώπη από τις Εθνικές ομάδες και ο λόγος δεν είναι μόνο πως αγωνίζονταν σε άλλη ήπειρο.
Εννοείται πως οι διοικήσεις των ομάδων τους ελέγχονταν (συχνά διορίζονταν απευθείας) από τα καθεστώτα και ήταν βαθιά διεφθαρμένες. Οι ίδιοι οι παίκτες αποτέλεσαν βασικό εξαγώγιμο προϊόν μόλις άνοιξαν τα μεταγραφικά σύνορα της πλούσιας Ευρώπης, ένα προϊόν κερδοφόρο για το πολυδαίδαλο σύστημα διαπλοκής πολιτικών, παραγόντων του ποδοσφαίρου, προπονητών Εθνικών ομάδων και μάνατζερ (κι από τις δύο όχθες του Ατλαντικού).

Στην Ευρώπη οι συνθήκες ήταν διαφορετικές και το χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η Ισπανία του Φράνκο. Οι εθνικές και κοινωνικές αντιθέσεις στην Ισπανία ήταν ιδιαίτερα οξυμένες, υπήρχε έντονη πολιτικοποίηση που αντανακλούσε και στις ομάδες. Γινόταν έτσι αδύνατη η υπέρβασή τους στην ποδοσφαιρική πραγματικότητα, τουλάχιστον στις πρώτες δεκαετίες, οπότε επιλέχθηκε η καταστολή. Ομάδες όπως η Μπαρτσελόνα ή η Ατλέτικ Μπιλμπάο γνώρισαν αληθινό διωγμό, ενώ η Ρεάλ Μαδρίτης επιφορτίστηκε τον ρόλο της «Εθνικής ομάδας» και ενισχύθηκε με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο ώστε να κυριαρχήσει. Ειδικά όταν δημιουργήθηκε ο θεσμός του Κυπέλλου Πρωταθλητριών η Ρεάλ, με «ούριο άνεμο» που φυσούσε από παντού, σάρωσε τα τρόπαια τα πρώτα χρόνια εξωραΐζοντας τη Χούντα του Φράνκο στο εξωτερικό και «κλείνοντας στόματα» στο εσωτερικό. Φυσικά, με την πάροδο των χρόνων το «μαστίγιο» για τις άλλες ομάδες ακολουθήθηκε από «καρότο», υπήρξαν, δηλαδή, και «ψίχουλα» που μοιράστηκαν και στις άλλες ομάδες, όμως η βασική κατεύθυνση δεν άλλαξε.
Όταν, λοιπόν, τον Απρίλιο του 1967 καταλύθηκε η –έστω και μετεμφυλιακή, κουτσουρεμένη– Δημοκρατία στην Ελλάδα, υπήρχαν συνταγές και πρότυπα για τη σχέση ενός τέτοιου καθεστώτος με το ποδόσφαιρο. Παρατηρώντας το από την απόσταση του χρόνου, μπορούμε να πούμε πως ακολουθήθηκε ένα μικτό μοντέλο, καθώς η Ελλάδα δεν ήταν ακριβώς «ευρωπαϊκή» χώρα. Το καθεστώς επέβαλε απόλυτο έλεγχο, προχώρησε σε διωγμό των «επικίνδυνων» ομάδων και προσώπων, επιδίωξε κλίμα «εθνικής ενότητας» στο εσωτερικό και εξωραϊσμού του καθεστώτος στο εξωτερικό μέσω του ποδοσφαίρου, ενώ μετά τα πρώτα χρόνια του «μαστίγιου» για ορισμένες ομάδες, ακολούθησαν και χρόνια «καρότου».
Η Χούντα έθεσε αμέσως σε εφαρμογή τον νόμο 127/1967 «Περί αναδιοργανώσεως του εξωσχολικού αθλητισμού», ορίζοντας Γενικό Γραμματέα Αθλητισμού τον αντισυνταγματάρχη Πεζικού Κωνσταντίνο Ασλανίδη. Ο νόμος αυτός ρύθμιζε τη λειτουργία των αθλητικών σωματείων και εξασφάλιζε διαρκή έλεγχο του κράτους σε αυτά μέσω κυβερνητικών επιτρόπων, που στην πλειοψηφία τους ήταν στρατιωτικοί. Από τα χέρια τους περνούσαν και τα χρήματα που έδινε στις ομάδες η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο Άρθρο 24 του Αθλητικού Νόμου 127/1967:
«Ο Υπουργός Προεδρίας της Κυβερνήσεως μπορεί όποτε κρίνει να διαλύσει την διοίκηση ενός αθλητικού σωματείου, αν κρίνει ότι παραβιάζει τας εκ των ισχυόντων Νόμων και Κανονισμών».
Ξεκαθαρίζεται μάλιστα ότι: «Απαγορεύεται η εγγραφή ως μέλους σωματείου, καλλιεργούντος οιονδήποτε κλάδον σωματικής αγωγής προσώπου μη νομιμόφρονος…»
Ήταν προφανές για ποιους χτυπούσε η καμπάνα. Στα ερασιτεχνικά ποδοσφαιρικά σωματεία, που τότε άνθιζαν σε κάθε γειτονιά, εκφράζονταν πιο άμεσα οι κοινωνικές σχέσεις και διεργασίες, πολλές φορές λειτουργούσαν και σαν «καταφύγια» έκφρασης και κοινωνικής ζωής. Αυτό έπρεπε να χτυπηθεί. Στη Νέα Ιωνία η Σαφράμπολη, η Ελευθερούπολη, η Νεάπολη, η Καλογρέζα διαλύθηκαν για να συσταθούν δύο νέες ομάδες, η Ελπίδα και ο Ίκαρος. «Νονός» ήταν ο ίδιος ο Ασλανίδης. Ο πρώην παίκτης της ΑΕΚ και προπονητής της Καλογρέζας, Νίκος Μελίσσης, διηγείται στο βιβλίο “Το ταξίδι του Ίκαρου”:
“Μας κάλεσε ο Ασλανίδης στα γραφεία της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, που ήταν τότε στην Κοραή. Πήγαμε έξι από την Καλογρέζα και έξι από την Σαφράμπολη, όπως μας είχε παραγγείλει. Χωρίς περιστροφές μας είπε: «Θα συγχωνευτείτε». Όνομα όμως δεν ανέφερε για την καινούργια ομάδα. Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο γραφείο του ένας βαθμοφόρος της αεροπορίας. Μόλις είδε το έμβλημα στη στολή, στράφηκε σε εμάς και είπε: «Θα τον ονομάσετε Ίκαρο».
Το παράδειγμα της Νέας Ιωνίας ακολουθήθηκε παντού: στην Καλαμάτα υπήρχε ένα «ύποπτο» σωματείο, τα «Πράσινα Πουλιά». Συγχωνεύτηκαν αναγκαστικά το 1967 με τον τοπικό Ολυμπιακό και τον Απόλλωνα και προέκυψε ο ΠΣ Καλαμάτας. Στην Κρήτη το «ύποπτο σωματείο» ήταν ο Εργοτέλης· είχε κάνει το έγκλημα να παραχωρήσει το γήπεδό του για συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη, οπότε διαλύθηκε και απορροφήθηκε από τον ΟΦΗ. Στην Πάτρα τα τοπικά σωματεία Ολυμπιακός, Ηρακλής, Προοδευτική, Απόλλωνας, Αχιλλέας, Πατραϊκός και Θύελλα συγχωνεύτηκαν και εγένετο… «ΑΠΣ Πάτραι». Αξίζει να αναφέρουμε πως όταν το καθεστώς έστειλε τους χωροφύλακες στα γραφεία της «Θύελλας», για να πάρουν το καταστατικό, οι άνθρωποι του συλλόγου είχαν προβλέψει να το φυγαδεύσουν και να το θάψουν σε κάποιο οικόπεδο μαζί με τη σφραγίδα του σωματείου. Τα ανέσυραν μετά την πτώση της Χούντας. Σε όλη την Ελλάδα ακολουθήθηκε η ίδια τακτική.

Κι ενώ στη βάση του ποδοσφαίρου αρκούσαν έφοδοι από χωροφύλακες και ΕΣΑτζήδες, στην κορυφή τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα, οι ομάδες είχαν μεγάλο λαϊκό έρεισμα, οτιδήποτε της αφορούσε έπαιρνε δημοσιότητα. Στην πρώτη φάση το μεγάλο αγκάθι, για πολλούς λόγους, ήταν ο Ολυμπιακός. Το μετεμφυλιακό κράτος επεδίωκε –και κατά κανόνα επιτύγχανε– να ελέγχει ασφυκτικά τον Ολυμπιακό.Στην επιδίωξη αυτή στάθηκαν αρωγοί οι διοικούντες τον Ολυμπιακό· χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτέλεσαν ο Μιχάλης Μανούσκος και ο Γιώργος Ανδριανόπουλος. Η αιτία ήταν πάντα η ίδια: η κοινωνική σύνθεση της οπαδικής βάσης του Ολυμπιακού, οι μεγάλες εργατικές λαϊκές μάζες που τον υποστήριζαν έπρεπε να μείνουν «αμόλυντες» από «αντεθνικά» πρότυπα σαν τον Γόδα, τον Μουράτη, τον Δαρίβα και τους άλλους Μακρονησιώτες, τον Παπάζογλου, τον Μπέση.
Σήμερα είναι ίσως δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε το σκηνικό που είχε διαμορφωθεί: σε ένα κράτος για το οποίο οι πολιτικοί πρόσφυγες ήταν «συμμορίτες» κι απαγορευόταν η επιστροφή τους, χιλιάδες άνθρωποι τραγουδούσαν κάθε Κυριακή το όνομα ενός πολιτικού πρόσφυγα, του Γιούτσου, που μάλιστα σε κάθε συνέντευξή του κατέρριπτε τον κρατικό μύθο του «κομμουνιστικού παιδομαζώματος». Στο ίδιο κράτος που το Κομμουνιστικό Κόμμα κι άλλες οργανώσεις ήταν παράνομες, και ο αντικομμουνισμός ήταν η επίσημη ιδεολογία, εκατομμύρια άνθρωποι λάτρευαν έναν οργανωμένο κομμουνιστή, τον Μπούκοβι, που σε κάθε ευκαιρία το δήλωνε και υπερηφανευόταν και για την ιδεολογία του και για τα επιτεύγματα της πατρίδας του. Μάλιστα, αυτοί είχαν έρθει στην Ελλάδα με την αρωγή εμβληματικών μορφών της ελληνικής Αριστεράς, όπως του Θεοδωράκη και του Γλέζου, και οδηγούσαν τον Ολυμπιακό από θρίαμβο σε θρίαμβο και τα ονόματά τους γίνονταν τραγούδια στις γειτονιές, στα γιαπιά και στα εργοστάσια. Μόνο ένας αφελής θα πίστευε πως υπήρχε περίπτωση η Χούντα να ανεχθεί κάτι τέτοιο.
Η πιο χαρακτηριστική στιγμή της αρχικής σχέσης της Χούντας με τον Ολυμπιακό έχει αποτυπωθεί στην περίφημη φωτογραφία από το γήπεδο της Λεωφόρου, με πρωταγωνιστές τον «αντιπρόεδρο» Στυλιανό Παττακό και τον Γιώργο Σιδέρη. Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 1967 και στη Λεωφόρο ο ΠΑΟ υποδέχεται τον Ολυμπιακό σε ένα γήπεδο γεμάτο αστυνομικούς, καθώς παρευρίσκεται ο Παττακός. Οι «Πράσινοι» θα προηγηθούν με γκολ του Λουκανίδη που ήταν καταφανώς άκυρο. Το γεγονός θα προκαλέσει εκνευρισμό και διαμαρτυρίες από την πλευρά των παικτών και των φιλάθλων του Ολυμπιακού, ο Μποτίνος φασκελώνει φανερά τον διαιτητή Κιτσούκαλη που τα έχει χαμένα, ο Σιδέρης παίζει σαν ταύρος σε υαλοπωλείο και τότε επεμβαίνει ο… Παττακός και ακολουθούν σκηνές απείρου κάλλους.

Ένας υψηλόβαθμος αξιωματικός της Αστυνομίας μπήκε στον αγωνιστικό χώρο και ενώ ο αγώνας συνεχιζόταν (!), πλησίασε τον διαιτητή και του ψιθύρισε στο αυτί. Εκείνος μέσα στην παραζάλη και την ένταση δεν του έδωσε σημασία. Τότε ο αστυνομικός έπιασε τον Σιδέρη από το χέρι και τον διέταξε να τον ακολουθήσει. Ο «Φόντακας» υπάκουσε και οδηγήθηκε στα επίσημα, απέναντι στον Παττακό, ενώ παίκτες και θεατές δεν πίστευαν αυτό που έβλεπαν. Ο δημοσιογράφος Πάνος Γεραμάνης που ήταν στον αγωνιστικό χώρο, έζησε τον διάλογο και τον μετέφερε στη στήλη του «Για θυμήσου…», στα ΝΕΑ (4/12/2004):
Παττακός: «Άκου, Σιδέρη. Παίξε πιο ήρεμα, γιατί είσαι πολύ σκληρός». Σιδέρης: «Μάλιστα, κύριε υπουργέ. Παίζω δυνατά, όχι σκληρά. Το ποδόσφαιρο είναι δυναμικό άθλημα».
Ο αγώνας ουσιαστικά τελείωσε εκεί, ο Σιδέρης και οι άλλοι παίκτες του Ολυμπιακού είχαν λάβει το μήνυμα, και με αυτόν τον τρόπο ο ΠΑΟ νίκησε. Την άλλη μέρα οι ελεγχόμενες από τη Χούντα εφημερίδες «επαινούσαν» τον Παττακό, ανάμεσά τους και το «Ευαγγέλιο» των Ολυμπιακών, το Φως των Σπορ. Ήταν όμως αδύνατον να σκεπαστεί ο σάλος που είχε ξεσπάσει. Για να διασκεδαστούν οι εντυπώσεις, ο Παττακός άρχισε να δίνει συνεντεύξεις δηλώνοντας παντού πως «υποστήριζε τον Ολυμπιακό»! Στην Αθλητική Ηχώ δήλωνε: «Είμαι Ολυμπιακός εκ γενετής. Και λυπήθηκα αφάνταστα που χάσαμε εις το ντέρμπυ από τον Παναθηναϊκό. Πιστεύω όμως ότι ήταν μια συνήθης ατυχία, γιατί παίξαμε καλύτερα. Εύχομαι να πάρουμε και φέτος το πρωτάθλημα». Λίγες ημέρες αργότερα, στο Φως ήταν ακόμα πιο… ενθουσιώδης, ιστορούσε πως έγινε Ολυμπιακός από το… 1930!
Αυτά συνέβησαν στην αρχή. Για τη σχέση της χούντας με το ποδόσφαιρο έχουν γραφτεί πολλά, για τον Μπούκοβι, το Ουέμπλει, τον Γουλανδρή κ.λπ.. Πάντως όποιος πιστεύει πως το ποδόσφαιρο είναι ... “no politica”, είναι βαθιά νυχτωμένος!
https://www.dnews.gr/
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου